καταβυθίζω

καταβυθίζω
μετ. топить, потоплять; пускать ко дну;

καταβυθίζω τα πλοία — топить корабли;

καταβυθίζομαι — тонуть, идти ко дну


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "καταβυθίζω" в других словарях:

  • καταβυθίζω — καταβυθίζω, καταβύθισα βλ. πίν. 33 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • καταβυθίζω — (AM καταβυθίζω) βυθίζω κάτι εντελώς, καταποντίζω (α. «το πλοίο καταβυθίστηκε αύτανδρο» β. «καταβυθίζω ναῡν», Διόδ.) 2. αφανίζω («ἡ φιλοχρηματία καὶ ἡ φιληδονία... καταβυθίζουσιν αὐτάνδρους ἤδη τοὺς βίους», Λογγίν.) …   Dictionary of Greek

  • καταβυθίζω — καταβύθισα, καταβυθίστηκα, καταβυθισμένος, βυθίζω κάτι εντελώς, το φέρνω ολότελα στον πάτο, βουλιάζω: Καταβύθισαν δέκα εχθρικά πλοία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταβυθιζόμενον — καταβυθίζω cause to sink pres part mp masc acc sg καταβυθίζω cause to sink pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβυθίζον — καταβυθίζω cause to sink pres part act masc voc sg καταβυθίζω cause to sink pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβυθίζουσιν — καταβυθίζω cause to sink pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) καταβυθίζω cause to sink pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβυθίσαι — καταβυθίζω cause to sink aor inf act καταβυθίσαῑ , καταβυθίζω cause to sink aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβυθισθείη — καταβυθίζω cause to sink aor opt pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβυθισθείς — καταβυθίζω cause to sink aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβυθισθέντες — καταβυθίζω cause to sink aor part pass masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβυθισθήσεται — καταβυθίζω cause to sink fut ind pass 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»